Η ΑΣΥΜΒΑΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ ΜΕ ΕΠΙΣΤΗΜΗ, ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΛΟΓΙΚΗ

20.Μάι..2011

Πώς Επιστήμη, Φιλοσοφία και Λογική απομυθοποιούν και ξεθεμελιώνουν τη Θρησκεία

Αρκετοί μεγάλοι επιστήμονες και φιλόσοφοι έχουν εκφράσει κατά καιρούς τις απόψεις τους περί συμβατότητας ή μη της Επιστήμης με τη Θρησκεία. Για παράδειγμα, ο Άλμπερτ Αϊνστάιν είπε σε ένα συνέδριο το 1941 ότι «Επιστήμη χωρίς Θρησκεία είναι ανάπηρη, Θρησκεία χωρίς Επιστήμη είναι τυφλή». (1) Ένας φιλόσοφος, ο Φράνσις Μπέικον, είχε πει τον 17ο αιώνα το εξής εκπληκτικό: «(Η) εις βάθος Φιλοσοφία φέρνει το νου των ανθρώπων στη Θρησκεία».

Το θέμα μας στο παρόν άρθρο δεν είναι η εξακρίβωση των θρησκευτικών αντιλήψεων του Αϊνστάιν ή του Μπέικον, αλλά η ανάλυση των παραπάνω, ή παρόμοιων, ισχυρισμών από οποιονδήποτε και αν προβάλλονται. Θα εξετάσουμε το θέμα επιστημολογικά αντιπαραβάλλοντας τους παραπάνω ισχυρισμούς με δυο συγκεκριμένα παραδείγματα από το Χριστιανισμό και τον Ισλαμισμό σε συνάρτηση με το επιστημονικό και ορθολογικό τους περιεχόμενο. Θα κρατήσουμε την ανάλυση περισσότερο επί του συγκεκριμένου, και όχι του γενικού, για λόγους έκτασης του άρθρου, αλλά κι επειδή πιο γενικές εκτενείς αναλύσεις έχουν γίνει αλλού (2).

Η αξία των παρακάτω παραδειγμάτων έγκειται στο γεγονός ότι στο πρώτο οι δυο θρησκείες κάνουν «επιστημονικούς» ισχυρισμούς αντίθετους με έγκυρα αποτελέσματα της Επιστήμης, και στο δεύτερο κάνουν λογικά αντιφατικούς ισχυρισμούς, ισχυρισμούς δηλαδή αντίθετους στην λογική και τον ορθολογισμό.

Αντιεπιστημονικές αυθαιρεσίες της Θρησκείας

Είναι λοιπόν η Επιστήμη και η Θρησκεία δυο αλληλοεξαρτώμενα και αλληλοσυμπληρούμενα πεδία γνώσης, όπως κάποιοι υποστηρίζουν, ή είναι δύο πεδία γνώσης εντελώς διαφορετικά; Φυσικά, πολλοί θα μπορούσαν άνετα να αμφισβητήσουν αν κατ’ αρχήν η Θρησκεία αποτελεί, εμπεριέχει, ή παράγει γνώση, και άλλοι θα μπορούσαν πάλι να υποστηρίξουν ότι, ακόμη και αν υποθέσουμε ότι η Θρησκεία εμπεριέχει γνώση, τότε αυτή είναι σε πολλά σημεία αντίθετη με την Επιστήμη, και συνεπώς τα δυο πεδία γνώσης δεν είναι αλληλοσυμπληρούμενα, αλλά αλληλοαναιρούμενα. Επίσης η Επιστήμη έχει προωθηθεί πολύ περισσότερο από φιλελεύθερα/κοσμικά μυαλά, παρά από συντηρητικά/θρησκευτικά, και η Θρησκεία δέχεται σημαντικά κτυπήματα κάθε φορά που η Επιστήμη ανακαλύπτει κάτι νέο, οπότε ούτε και αλληλοεξαρτώμενα είναι τα δυο πεδία. Έκτος και αν κάποιος αντιλαμβάνεται ως «αρνητική» την όποια αλληλοεξάρτηση.

Παράδειγμα 1ο

Διαβάζουμε στην Αγiα Γραφή και στο Κοράνι αντίστοιχα τα εξής:

α. «Και τον λαγώον διότι αναμασσά μεν (την τροφή) πλην δεν είναι δίχηλος (στα πόδια) είναι ακάθαρτος εις εσάς.» («Λευιτικόν», 11:6).

β. «Δημιουργήθηκε (ο άνθρωπος) από νερό χυνόμενο έμπροσθεν, που προέρχεται από μεταξύ της ραχοκοκαλιάς και των πλευρών.» [Κοράνι, Σούρα 86:6-7 (3)].

Φυσικά και οι δύο παραπάνω ισχυρισμοί θεωρούνται αληθείς από τις αντίστοιχες θρησκείες, βάσει του ότι τα βιβλία από τα οποία προέρχονται οι ισχυρισμοί, θεωρούνται ως ο («αληθής») «Λόγος του Θεού». Προφανώς όμως, και οι δυο ισχυρισμοί είναι αναληθείς, αφού έρχονται σε αντίθεση με αληθή επιστημονικά γεγονότα από τη Ζωολογία και την Εμβρυολογία αντίστοιχα.

Ο λαγός σαφέστατα δεν είναι μηρυκαστικό, όπως υποστηρίζεται στην Αγία Γραφή, ούτε το ανδρικό σπέρμα προέρχεται από κάπου μεταξύ της ραχοκοκαλιάς και των πλευρών (νεφρά;), όπως υποστηρίζεται στο Κοράνι, αλλά από τους όρχεις (4). Επίσης, φιλοσοφικά μιλώντας, και βάσει των ανωτέρω, φαίνεται ότι οι παραπάνω θρησκείες δεν συμβαδίζουν ούτε με επιστημολογικές θεωρίες όπως ο Εμπειρισμός και η Θεωρία της Αντιστοιχίας. Η πρώτη υποστηρίζει ότι η γνώση αποκτάται από τις αισθήσεις, ενώ η δεύτερη λέει πως γνώση είναι ό,τι αντιστοιχεί στα γεγονότα.

Φιλόσοφος (φίλος + σοφία) είναι αυτός, που αγαπά τη σοφία, τη γνώση. Πρώτος χρησιμοποίησε τη λέξη ο Πυθαγόρας, ο οποίος αυτοαποκαλούνταν φιλόσοφος, δηλαδή εραστής της σοφίας και όχι σοφός. (Στην εικόνα «Η Φιλοσοφία» του Ραφαήλ – 16ος αιώνας.)

Η Φιλοσοφία γεννήθηκε ως έννοια, όταν αμφισβητήθηκε και αποδυναμώθηκε η Θρησκεία. Στην πραγματική της έκφραση αποτέλεσε την έλλογη και φυσική θεώρηση της πραγματικότητας, όταν οι υπερφυσικοί, εξωφυσικοί και μεταφυσικοί τρόποι σκέψης, που χαρακτήριζαν τον πνευματικά ανεξέλικτο άνθρωπο, αποδείχτηκαν ανεπαρκείς και αναξιόπιστοι.

H θρησκευτική «γνώση»

Εδώ κάποιος θα μπορούσε να πει ότι και η γνώση από τα (καθαρά) Μαθηματικά δεν συμβαδίζει με τις παραπάνω επιστημολογικές θεωρίες, όμως είναι αποδεκτή. Σωστά, το θέμα όμως είναι ότι η μαθηματική γνώση βασίζεται στην επιστημολογική θεωρία του Ρασιοναλισμού (Ορθολογισμού), με την οποία οι δύο θρησκείες, όπως θα δούμε παρακάτω στο επόμενο Παράδειγμα, έρχονται σε αντίθεση. Όταν δηλαδή μια Θρησκεία έρχεται σε αντίθεση με το τι καταλαβαίνει η Επιστήμη ως γνώση και με το τι καταλαβαίνει η λογική ως γνώση, είναι να απορεί κανείς το τι μένει να αποκαλέσουμε «θρησκευτική γνώση» (5).

Μια καλή άσκηση, στο σημείο αυτό, θα ήταν πιθανόν η ακόλουθη: Αντιπαραβάλετε τους παραπάνω στίχους από την Αγία Γραφή και το Κοράνι με τα λόγια του Αϊνστάιν («Επιστήμη χωρίς Θρησκεία είναι ανάπηρη, Θρησκεία χωρίς Επιστήμη είναι τυφλή»), και σχολιάστε εάν κατά την γνώμη σας ο ισχυρισμός του Αϊνστάιν, ιδίως το πρώτο σκέλος, έχει βάση ή όχι. Μπορεί άραγε να υπάρξει γνήσια ή ωφέλιμη συνεργασία μεταξύ Θρησκείας και Επιστήμης; Μήπως κατά την άποψή σας η Επιστήμη απομυθοποιεί και ξεθεμελιώνει τη θρησκεία και συνεπώς απειλεί η πρώτη τη δεύτερη; Πιστεύετε ότι οι στίχοι του Παραδείγματος 1 είναι ικανοί να διαχωρίσουν τουλάχιστον τα θέματα Θρησκείας και Θεού;

«Και είπεν ο όφις προς την γυναίκα τω όντι είπεν ο Θεός μή φάγητε από παντός δένδρου του Παραδείσου. Και είπεν η γυνή προς τον όφιν…».

Στη Βίβλο («Γένεσις», 3:1-5) περιγράφονται πράγματα, που αντιστρατεύονται πλήρως τη λογική: η συνομιλία μιας γυναίκας (Εύας) με ένα φίδι για παράδειγμα, η οποία -σημειωτέον- είναι βασικότατη για τη Χριστιανική Θρησκεία, γιατί από τη συνομιλία αυτή προέκυψε το προπατορικό αμάρτημα, η πτώση του ανθρώπου από τον Παράδεισο, η έλευση του γιου του Θεού στη Γη, η σταύρωση, η ανάσταση κ.τ.λ.. Αναρίθμητοι παραλογισμοί υπάρχουν όχι μόνο μέσα στην Αγία Γραφή, αλλά και στα ιερά κείμενα όλων των θρησκειών.

Η Θρησκεία αντιστρατεύεται τη Λογική

Παράδειγμα 2ο

Τι γίνεται όμως με το «ορθολογικό» περιεχόμενο των επιστημολογικών ισχυρισμών της Θρησκείας; Διαβάζουμε επίσης στην Αγiα Γραφή και στο Κοράνι αντίστοιχα τα ακόλουθα:

α. «Παραλαμβάνει αυτόν ο διάβολος εις όρος πολύ υψηλόν και δεικνύει εις αυτόν πάντα τα βασίλεια του κόσμου και την δόξαν αυτών.» («Κατά Ματθαίον», 4:8).

β. «Ω Μοχάμεντ, πες (σε αυτούς): “Όλα από τον Αλλάχ έρχονται”… Ω άνθρωπε. Ό,τι καλό σου συμβεί προέρχεται από τον Αλλάχ. Και ό,τι κακό σου συμβεί προέρχεται από εσένα τον ίδιο.» (Κοράνι, Σούρα 4:78-79).

Ξανά και οι δυο ισχυρισμοί παραπάνω θεωρούνται αληθείς από τις αντίστοιχες θρησκείες, βάσει του ότι τα βιβλία, από τα οποία προέρχονται οι ισχυρισμοί, θεωρούνται ως ο («αληθής») «Λόγος του Θεού». Προφανώς όμως, και οι δυο ισχυρισμοί έρχονται σε αντίθεση με βασικούς κανόνες της Λογικής. Για παράδειγμα, όσο ψηλό κι αν είναι το όρος, είναι λογικά αδύνατο να δει κανείς βασίλεια που υπάρχουν σε αντιδιαμετρικό σημείο της (σφαιρικής) Γης. Κάποιος θα μπορούσε, φυσικά, να μπει στον πειρασμό και να προσπαθήσει να υπερασπιστεί τον ισχυρισμό ως εξής: Ο ισχυρισμός δεν είναι κατ’ ανάγκη αντίθετος στη Λογική, αν δεχτεί κανείς ότι η Γη είναι επίπεδη (και όχι σφαιρική), γεγονός που πιθανότατα είναι συμβατό και με τις αντιλήψεις της τότε εποχής, κ.λπ.. (Βλ. “Στήτω ο Ήλιος κατά Γαβαών”: Η ιεροποίηση της επιπεδότητας της Γης στο Χριστιανισμό). Όμως, ακόμη κι αν πράγματι πίστευαν ότι η Γη είναι επίπεδη, και εάν αυτό έσωζε τον ισχυρισμό από το να θεωρηθεί αντίθετος στη Λογική (6), δυστυχώς για τους θρησκευόμενους ο ισχυρισμός δεν θα απέφευγε το να θεωρηθεί σήμερα αντιεπιστημονικός.

Στον ισχυρισμό του Κορανίου έχουμε καθαρά μια παραβίαση ενός από τους βασικούς νόμους της Λογικής. Συγκεκριμένα, του Νόμου της Απόκλισης του Τρίτου, που λέει ότι (μόνο) μία από τις προτάσεις P ή -P (=η άρνηση της P) μπορεί να είναι αληθής (7).

O άγιος Θωμάς Ακινάτης υπέτασσε τον Ορθό λόγο στην πίστη. Όταν ο φιλόσοφος προσκρούει σε αντινομίας, πρέπει –σύμφωνα με τη διδασκαλία του- να υποτάσσεται ως πιστός στα χριστιανικά δόγματα. Με αυτό το σκεπτικό στο βιβλίο του “Summa Theologiae” (Σύστημα θεολογίας) επιχείρησε να παραχαράξει το φιλοσοφικό έργο του Αριστοτέλη.

Στον “Θρίαμβο του Θωμά Ακινάτη” (Benozzo Gozzoli, 1471, Μουσείο Λούβρου) εικονίζεται ο άγιος συμπαραστεκόμενος από δύο άθλιες μορφές, που παριστάνουν τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα, ενώ στα πόδια του είναι πεσμένος ο Αβερρόης (Ισπανοάραβας φιλόσοφος του 12ου αιώνα). Στο επάνω μέρος φαίνεται ο Γιαχβέ με διάφορες βιβλικές μορφές γύρω του.

Φυσικά, σύγχρονες επιστημονικές θεωρίες, όπως η Κβαντομηχανική, φαίνεται ότι παραβιάζουν τον Νόμο Απόκλισης του Τρίτου, αφού αποδέχονται προτάσεις όπως Ρ = «το φωτόνιο συμπεριφέρεται σαν σωματίδιο» και -Ρ = «το φωτόνιο συμπεριφέρεται σαν κύμα (όχι σωματίδιο)» ως αληθείς, κ.λπ.. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι και όλες οι προτάσεις που εκφράζει κανείς έχουν τέτοια ιδιομορφία. Η υπό ανάλυση πρόταση του Κορανίου Q = «όλα προέρχονται από τον Αλλάχ» (συμπεριλαμβανόμενων και των «κακών») δεν είναι τέτοιας ιδιομορφίας, αφού είναι μέρος του (μη αναθεωρήσιμου) ορισμού του Αλλάχ («ως ποιητή των πάντων»), ότι όλα προέρχονται από αυτόν. Επομένως, η -Q = «όχι όλα προέρχονται από τον Αλλάχ» (δηλαδή «κάποια» δεν προέρχονται από τον Αλλάχ) δεν μπορεί παρά να είναι λανθασμένη. Δεν είναι δηλαδή ο Αλλάχ όπως το φωτόνιο, το οποίο έχει ταυτοχρόνως δυο ιδιότητες (αλλά και ορισμό, που επιδέχεται αναθεώρηση), αλλά είναι κάποιος με (μη αναθεωρήσιμο) ορισμό και με μια ιδιότητα («ποιητής των πάντων»), η οποία εξαίρει την άρνησή της. Το πρόβλημα όμως είναι ότι, στον παραπάνω ισχυρισμό, το Κοράνι δέχεται και την άρνηση της Q.

Όπως προηγουμένως, μια άλλη καλή άσκηση στο σημείο αυτό θα ήταν πιθανόν η ακόλουθη: Ο φιλόσοφος Φράνσις Μπέικον τον 17ο αιώνα είχε πει το εξής: «Είναι αλήθεια ότι λίγη Φιλοσοφία στρέφει τον ανθρώπινο νου στον αθεϊσμό, όμως η εις βάθος φιλοσοφία φέρνει το νου των ανθρώπων στη Θρησκεία». (8)

Λαμβάνοντας υπ’ όψη ότι η Λογική αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της Φιλοσοφίας, αντιπαραβάλετε τους στίχους του Παραδείγματος 2 (από την Αγία Γραφή και το Κοράνι) με τα παραπάνω λόγια του Μπέικον και σχολιάστε εάν κατά την γνώμη σας ο ισχυρισμός του έχει βάση ή όχι. Μπορεί άραγε να υπάρξει γνήσια ή ωφέλιμη συνεργασία μεταξύ Θρησκείας και Φιλοσοφίας; Μήπως κατά την άποψή σας η Φιλοσοφία απομυθοποιεί και ξεθεμελιώνει τη Θρησκεία, και συνεπώς απειλεί η πρώτη την δεύτερη; Πιστεύετε, κατά την γνώμη σας, ότι οι στίχοι του Παραδείγματος 2 είναι ικανοί να διαχωρίσουν, τουλάχιστον, τα θέματα Θρησκείας και Θεού;

* * *

Μια συνηθισμένη ψευδο-υπεράσπιση της θρησκείας και της δήθεν «γνώσης» που η τελευταία εμπεριέχει εν παρουσία των παραπάνω παραδειγμάτων, είναι η παρότρυνση ή η απαίτηση από τον πιστό να γίνουν οι στίχοι κατανοητοί ή δεκτοί αλληγορικά κ.λπ.. Όμως, μια τέτοια αντιμετώπιση (μέθοδος) είναι εξ ορισμού μη επιστημονική και αντι-επιστημονική, αφού παράγει μια υποκειμενική κατανόηση και καταγραφή των υποψήφιων γνωστικών γεγονότων, διδαγμάτων, κ.λπ., και όχι μια αντικειμενική αντιμετώπιση, όπως απαιτεί η Επιστήμη και η Λογική. Οπότε Θρησκεία και Επιστήμη (και Λογική) δεν συμβαδίζουν και ως μέθοδος.

Φυσικά, οι περισσότεροι πιστοί επιμένουν στη μη αλληγορική κατανόηση των στίχων και πιστεύουν ότι οι στίχοι, διδαχές, κ.λπ., από τη Βίβλο ή το Κοράνι αποτελούν γεγονότα και αληθή γνώση, που δυστυχώς γι’ αυτούς όμως, κάθε άλλο παρά αληθή γνώση αποτελούν, αφού αντιτίθενται σε αληθή επιστημονικά γεγονότα ή λογικούς κανόνες. Είναι δηλαδή και de facto η ασυμβατότητα της Θρησκείας με την Επιστήμη και τη Λογική.

Μπορεί ορισμένοι επιστήμονες για πολλούς και διάφορους λόγους να μην κατάφεραν να αποδεσμευτούν πλήρως από τα θρησκευτικά δεσμά τους, το έργο όμως που άφησαν πίσω τους δεν έχει σχέση με το μεταφυσικό, αλλά με το ορθολογικό κομμάτι της προσωπικότητάς τους. Ο Ισαάκ Νεύτων, για παράδειγμα, είχε ανατραφεί ως Αγγλικανός στο σχολακιστικό περιβάλλον του Καίμπριτζ κι ήταν εκ πεποιθήσεως θρησκευόμενος. Αυτό που κληρονομήσαμε από αυτόν όμως, αυτό που έμεινε και αξίζει δεν είναι το πώς αντιλαμβανόταν το Θεό, πώς άναβε τα καντήλια, για να τον λατρέψει κ.τ.λ, αλλά η διατύπωση της Θεωρίας της Παγκόσμιας Έλξης και το υπόλοιπο επιστημονικό του έργο.

Όσον αφορά τη δήθεν συμβατότητα Θρησκείας και Φιλοσοφίας, γενικότερα, πέραν του ότι το σχήμα «Θρησκεία – Φιλοσοφία» (από τους ορισμούς και μόνο) αποτελεί ένα οξύμωρο σχήμα, και εδώ έχουμε τρομερές διαφορές στις αποδεκτές μεθόδους παραγωγής γνώσης, τις αρχές που διέπουν τα δύο πεδία ως προς τη συλλογιστική και συμπερασματολογία, τις επιστημολογικές αναλύσεις και προσεγγίσεις κ.λπ., γεγονός που κάνει τα δυο πεδία εντελώς ασύμβατα.

Μα τότε πώς θα μπορούσε κάποιος να εξηγήσει το γεγονός ότι πολλοί επιστήμονες και φιλόσοφοι υπήρξαν και βαθιά θρησκευόμενοι; Με το επίσης γεγονός ότι οι περισσότεροι θρησκευόμενοι επιστήμονες, για παράδειγμα, δεν αναμιγνύουν/διαχωρίζουν τη Θρησκεία τους (προσωπικό) με/από την Επιστήμη τους (επαγγελματικό), γεγονός που ενισχύει το επιχείρημά μας ότι η Θρησκεία και η Επιστήμη δεν είναι συμβατά πεδία.

Όσον αφορά τώρα μια μειονότητα, για παράδειγμα, επιστημόνων, που αναμιγνύουν Θρησκεία και Επιστήμη, αυτοί γελοιοποιούνται από μόνοι τους φιλοσοφικά, αφού υποπίπτουν συνήθως, χωρίς να το αντιλαμβάνονται, σε διαφορά λογικά ή επιστημολογικά σφάλματα. (9)

Σημειώσεις

(1) «Science and Religion», A. Einstein, in Science, Philosophy and Religion, A Symposium (The Conference on Science, Philosophy and Religion in Their Relation to the Democratic Way of Life, Inc., New York, 1941).

(2) B. Russell, Religion and Science, Κεφ.1, Oxford Univ. Press, 1997. Δες επίσης P. Kurtz’s Science and Religion, Κεφ.3, Prometheus Books, 2003. Το πρώτο αποτελεί μια κλασσική, αλλά και ευανάγνωστη, σύγκριση Θρησκείας και Επιστήμης, και το δεύτερο είναι μια εξαίσια συλλογή άρθρων από σύγχρονους επώνυμους επιστήμονες και φιλοσόφους περί της μη συμβατότητας Θρησκείας και Επιστήμης.

(3) Ο μεταφραστής αναφέρει «άντρα και γυναίκα», ενώ άλλοι μελετητές λένε «άντρας». Σε κάθε περίπτωση η κριτική εξακολουθεί να στέκει, αφού ακόμα και αν η γυναίκα προστεθεί στην εικόνα, πάλι υπάρχουν λάθη, αφού καμμία αναφορά δεν γίνεται στο ωάριο και τη συνεισφορά του στη δημιουργία του εμβρύου, κ.λπ..

(4) Φαίνεται εδώ ότι οι Μουσουλμάνοι έχουν περιπέσει στα ίδια λάθη περί Βιολογίας, με κάποιους σημαντικούς αρχαίους Έλληνες, όπως ο Ιπποκράτης και ο Αριστοτέλης (τους οποίους μάλλον θα είχαν αντιγράψει). [Βλ. Hippocratic Writings, p.317-320, ed. G.E.R. Lloyd, (transl. J. Chadwick), 1983) και Aristotle, Generation of Animals, 717b (transl. A.L. Peck, 1953).]

(5) Εισηγήσεις του τύπου: «Ο Χ γνωρίζει ότι το Υ είναι αληθές, επειδή ο Θεός το επιτάσσει» (παραλλαγές της Θεωρίας της Θείας Επιταγής) επιδέχονται τη δριμύτατη κριτική του Πλάτωνα («Ευθύφρων», βλ. Χριστιανικός θεός: Μια ψευδοπλατωνική γελοιογραφία).

(6) Άλλοι λογικά προβληματικοί ισχυρισμοί στην Αγία Γραφή υπάρχουν πολλοί. Για παράδειγμα: «Είπε τις αυτών προφήτης ίδιος αυτών οι Κρήτες είναι πάντοτε ψεύσται… Η μαρτυρία αύτη είναι αληθινή». (Επιστολή προς Τίτον, 1:12-13). Προφανώς, ο συγγραφέας του παραπάνω (ο «Άγιος» Παύλος), αδυνατεί να αναγνωρίσει ότι το παραπάνω αποτελεί παραλλαγή του περίφημου «Παράδοξου του Ψεύτη» (Επιμενίδης ο Κρητικός, 6ος αι. π.Χ.), μια πρόταση λογικά αναποφάσιστη (δηλαδή ούτε αληθή, ούτε ψευδή).

Για να ακριβολογούμε όμως, το παραπάνω «παράδοξο» δεν είναι ακριβώς παράδοξο, είναι απλώς μια λανθασμένη πρόταση. Κάποιος θα μπορούσε να την πει και παράλογη πρόταση, αφού πώς είναι δυνατόν οι κάτοικοι ενός τόπου να είναι όλοι, και πάντα, ψεύτες. Επίσης, αν και το παραπάνω συνήθως αποδίδεται στον Επιμενίδη, το πραγματικό παράδοξο του ψεύτη προέρχεται από τον Ευβουλίδη το Μιλήσιο, τον 4ο αι. π.Χ. Ο τελευταίος είπε: «Ένας άνθρωπος λέει ότι ψεύδεται. Είναι αυτό που λέει αληθές ή ψευδές;» Φυσικά, αν σκεφτεί κανείς, ότι ο «προφήτης» που αναφέρει ο Παύλος είναι ο Επιμενίδης, ο οποίος είναι και Κρητικός, τότε μπορεί να εξάγει κανείς από το παρακάτω επιχείρημα το έξης:

(α) Ο Επιμενίδης λέει ότι οι Κρητικοί πάντα ψεύδονται

(β) Ο Επιμενίδης είναι Κρητικός

(γ) Άρα ο Επιμενίδης πάντα ψεύδεται

(δ) Άρα ο Επιμενίδης λέει ότι πάντα ψεύδεται.

—————————————————

(ε) Άρα ο Επιμενίδης λέει ότι ψεύδεται.

Το τελευταίο συμπέρασμα, αν το πάρει κανείς από μόνο του, είναι στην ουσία το πραγματικό παράδοξο του Ευβουλίδη. Οπότε, ακόμη και αν κανείς αναγνωρίσει την πρόταση του Παύλου [που είναι η (α)] ως μη παράδοξη, εξάγεται εν τούτοις από αυτήν μια παράδοξη πρόταση [που είναι η (ε)].

(7) Ο νόμος αυτός, καθώς και άλλοι βασικοί νόμοι της Λογικής (όπως ο Νόμος της Αντίφασης και ο Νόμος της Ταυτότητας), διατυπώθηκαν αρχικά από τον θεμελιωτή της σύγχρονης Λογικής, τον Αριστοτέλη (Aristotle, Metaphysics, Book Γ, 7, p.107, (transl. H. L.Tancred), 1998. Βλ. Αριστοτέλεια «ανάλυση»: Η ασφαλής μέθοδος προσέγγισης της πραγματικότητας.) Οι νόμοι αυτοί έχουν και κάποιες αδυναμίες. Δεν είναι δηλαδή απαράβατοι. Ο ίδιος ο Αριστοτέλης είχε ήδη αναγνωρίσει μερικές αδυναμίες, συγκεκριμένα του Νόμου της Απόκλισης του Τρίτου σε σχέση με το πώς αυτός εφαρμόζεται σε προτάσεις που αφορούν το μέλλον, κ.λπ., στο βιβλίο του «Όργανον» («Περί Ερμηνείας», κεφ. 9). Ο νόμος όμως είναι σε πλήρη ισχύ στο παράδειγμα που αναφέραμε από το Κοράνι και εφαρμόζεται απόλυτα σε αυτό, οπότε οι συγκεκριμένες προτάσεις υπό ανάλυση, που αφορούν στον Αλλάχ, αφού έρχονται σε αντίθεση με το νόμο, είναι απορριπτέες.

(8) Φράνσις Μπέικον, Τα Δοκίμια, «Περί Αθεϊσμού», 1601.

(9) Όπως η περίπτωση του διάσημου γενετιστή, και κατά τ’ άλλα πολύ καλού επιστήμονα, F. Collins, που κατά την διάρκεια μιας συζήτησης (debate, που οργανώθηκε από το περιοδικό Times) το 2006 με έναν άλλον διάσημο βιολόγο, τον R. Dawkins, είπε και τα εξής: «Ο Θεός είναι έξω από τη φύση, και συνεπώς έξω από το χρόνο και το χώρο… Ο Θεός είναι η απάντηση σε όλες εκείνες τις ερωτήσεις του τύπου “πώς και έτσι έγινε;”» (Εννοεί εδώ ερωτήσεις που η Eπιστήμη δυσκολεύεται να απαντήσει, όπως: γιατί η βαρυτική σταθερά είναι όση είναι; Πώς δημιουργήθηκε η ζωή, και γιατί έτσι; κ.λπ.).

Αυτό που δεν μας είπε όμως ο Collins είναι πώς γνωρίζει ο ίδιος όλα αυτά που ισχυρίζεται. Ότι δηλαδή ο Θεός, για παράδειγμα, είναι «έξω από το χώρο και χρόνο». Εκτός του ότι σαν άνθρωποι δεν έχουμε καμμία γνωστική εμπειρία του κάτι έξω από το χρόνο και χώρο, κ.λπ., δεν απαιτείται επίσης από τον Collins να είναι τουλάχιστον παντογνώστης, όταν κάνει συγκεκριμένους ισχυρισμούς περί της φύσεως του Θεού;

Επίσης, είπε και το εξής: «Οπότε, το «Ξυράφι του Όκκαμ» (Occam’s Razor – Αρχή της Απλούστερης Εξήγησης) με ωθεί να πιστεύω στον Θεό (ως εξήγηση του Σύμπαντος) και όχι στα πολυσύμπαντα, που αποτελούν τέντωμα της φαντασίας». Αν είναι δυνατόν…! Καθαρή κατάχρηση της αρχής εδώ από τον Collins. Εκτός του ότι η θεωρία του Δημιουργισμού (με τον Θεό ως υπόθεση) δεν θα έπρεπε να θεωρείται καν ως ανταγωνίσιμη θεωρία εξήγησης του Σύμπαντος, ακόμα κι αν θεωρούνταν, σε καμμία περίπτωση δεν κάνει τις ίδιες επιστημονικές προβλέψεις (δεν κάνει και ούτε επιβεβαιώνεται πειραματικά) όπως η Κβαντομηχανική ή η Θεωρία των Χορδών/Μεμβρανών (ανεξάρτητα αν οι θεωρίες αυτές έχουν και τα προβλήματά τους). Και ούτε ο Δημιουργισμός κάνει λιγότερες, η απλούστερες, υποθέσεις εξήγησης.

Η σύγκριση, σύμφωνα με την αρχή, γίνεται μεταξύ λογικών θεωριών στο ποια είναι η απλούστερη, και όχι μεταξύ μιας παράλογης και αντιεπιστημονικής θεωρίας (έστω και απλής, που δεν είναι) και επιστημονικών, λογικών θεωριών, πολλά αποτελέσματα των οποίων έχουν ήδη επαληθευτεί.

Δρ. Μιχάλης Αριστείδου

Επικ. Καθηγητής, Τμήμα Μαθηματικών,

Barry University, Miami Shores,

Φλόριντα, Η.Π.Α.

aristidou75@yahoo.com

15.10.2009

Advertisements

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΣ ΘΕΟΣ: ΜΙΑ (ΨΕΥΔΟ)ΠΛΑΤΩΝΙΚΗ ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΑ

16.Μάι..2011

Ακολουθεί άρθρο του Μιχάλη Αριστείδου δημοσιευμένο στο freeinquiry.gr:

Ο διαχωρισμός θεού – ηθικής στον Πλάτωνα

Στο άρθρο αυτό παρουσιάζουμε ένα σημαντικό επιχείρημα (1) από το διάλογο «Ευθύφρων» του Πλάτωνα περί διαχωρισμού θεού και ηθικής και τις συνέπειες αυτού στη χριστιανική ιδεολογία (2).

Ο Θ. Λαμπρόπουλος πολύ ορθά εξέθεσε σε δύο άρθρα του στην «Ελεύθερη Έρευνα» (3) τις θρησκοληπτικές [έως απαράδεκτες (4)] απόψεις του Πλάτωνα περί απιστίας, αθεΐας κ.λπ., όπως αυτές εκφράζονται στο έργο του «Νόμοι». Πρέπει όμως επίσης να σημειωθεί, για να είμαστε και ακαδημαϊκά δίκαιοι, ότι ο Πλάτωνας σε πιο παλιούς διαλόγους του είχε διαφορετικές απόψεις (5). Μια τέτοια διαφορετική άποψη παρουσιάζουμε εδώ. Σε καμμιά περίπτωση το παρόν άρθρο δεν υποστηρίζει ότι προτάσσει μια φιλοσοφική υπεράσπιση του Πλάτωνα, κάθε άλλο. Παρά μόνο, προσπαθεί να «αποκόψει» κάθε τυχόν απόπειρα επιχειρηματολογίας εκ μέρους χριστιανών απολογητών, ότι ο Πλάτωνας δήθεν ενισχύει τα «επιχειρήματά» τους, έστω και αν ο τελευταίος δεν είναι άθεος. Η θέση μας είναι ότι: Έστω και αν ο Πλάτωνας δεν είναι άθεος, το παρακάτω επιχείρημα κάνει πολύ μεγαλύτερη ζημιά στην έννοια τού (χριστιανικού) θεού, παρά οι απόψεις του περί αθεΐας.

Το Επιχείρημα

Το επιχείρημα του Πλάτωνα εξάγεται βασικά μέσα από το παρακάτω απόσπασμα από τον διάλογο, μεταξύ Σωκράτη και Ευθύφρονος. Ας δούμε πρώτα το απόσπασμα (6):

Σωκράτης: Λοιπόν, αγαπητέ μου, τι θα πούμε τώρα για το ευσεβές; Δεν είναι αλήθεια, ότι αυτό αγαπάται από όλους τους θεούς, καθώς είπες τώρα;

Ευθύφρων: Ναι.

Σωκράτης: Άραγε γι’ αυτό αγαπάται, γιατί είναι ευσεβές, ή για καμμιά άλλη αιτία;

Ευθύφρων: Όχι, αλλ’ ακριβώς, γιατί είναι ευσεβές, αγαπάται.

Σωκράτης: Όθεν, ω Ευθύφρων, αγαπάται το ευσεβές, διότι είναι ευσεβές, και όχι διότι αγαπάται, δια τούτο είναι ευσεβές;

Ευθύφρων: Έτσι μου φαίνεται.

Σωκράτης: Αλλ’ εν τοσούτω, διότι βέβαια αγαπάται από τους θεούς, είναι γι’ αυτό αγαπώμενο και θεοφιλές.

Ευθύφρων: Πώς όχι;

Σωκράτης: Ώστε το αγαπητό στους θεούς δεν είναι το ίδιον πράγμα με το ευσεβές, ω Ευθύφρων, ούτε το ευσεβές είναι το ίδιο με το αγαπητό στους θεούς, καθώς εσύ είπες, αλλά το ένα είναι διαφορετικό από το άλλο.

Ευθύφρων: Πώς δα γίνεται αυτό, ω Σώκρατες;

Σωκράτης: Διότι ομολογήσαμε, ότι το μεν ευσεβές γι’ αυτό αγαπάται, διότι είναι ευσεβές, και όχι ότι είναι ευσεβές, διότι αγαπάται. Αλήθεια βέβαια, το είπαμε αυτό;

Ευθύφρων: Ναι.

Σωκράτης: Το δε αγαπητό στους θεούς βέβαια, διότι αγαπάται από τους θεούς, ακριβώς δι’ αυτό τούτο, διότι αγαπάται, ομολογήσαμε, ότι είναι αγαπητό στους θεούς· όχι όμως, ότι γι’ αυτό αγαπάται, διότι είναι αγαπητό στους θεούς.

Ευθύφρων: Αυτό είναι αληθές.

* * *

Το επιχείρημα τώρα, παίρνει συνοπτικά την παρακάτω λογική μορφή:

1. Ο θεός, είτε:

(α) Επιτάσσει, ότι μια πράξη Χ είναι ηθικά σωστή, επειδή η πράξη Χ είναι ηθικά σωστή ή

(β) Η πράξη Χ είναι ηθικά σωστή, επειδή ο θεός επιτάσσει, ότι η πράξη Χ είναι ηθικά σωστή. [Καλούμε το (β) «θεωρία της θείας επιταγής».]

2. Αν (α), τότε υπάρχει ένα επίπεδο ηθικής διαφορετικό από τι ο θεός επι-τάσσει, και συνεπώς, η «θεωρία της θείας επιταγής» είναι λανθασμένη.

3. Αν (β), τότε είτε:

(γ) Ο θεός έχει λόγο, για τον οποίο θεωρεί την πράξη Χ ως ηθικά σωστή ή

(δ) ο θεός δεν έχει λόγο, για τον οποίο θεωρεί την πράξη Χ ως ηθικά σωστή.

4. Αν (γ), τότε είναι ακριβώς αυτός ο λόγος (όποιος και αν είναι αυτός), που κάνει την πράξη Χ ηθικά σωστή, και όχι του θεού η επιταγή, και συνεπώς, η «θεωρία της θείας επιταγής» είναι λανθασμένη.

5. Αν (δ), τότε οι επιταγές του θεού είναι αυθαίρετες (τυχαίες, αβάσιμες).

Συνεπώς, είτε η «θεωρία της θείας επιταγής» είναι λανθασμένη, είτε οι επιταγές του θεού είναι αυθαίρετες (τυχαίες, αβάσιμες).

Θεωρία της θείας επιταγής: Μια πράξη Χ είναι ηθικά σωστή, επειδή ο θεός το επιτάσσει. Στην εικόνα φαίνεται ο Μωυσής, ενώ φέρνει τις δέκα εντολές, που πήρε από το θεό. Η εβραιοχριστιανική «ηθική» είναι μια φιλοσοφικώς αστήρικτη ηθικολογία, που απευθύνεται σε ανθρώπους αρκετά πειθήνιους, οι οποίοι δέχονται αδιαμαρτύρητα ό,τι θέσφατο τους σερβίρουν.

Αξίζει τον κόπο να κάνει κανείς κάποιες παρατηρήσεις. Κατ’ αρχήν, το επιχείρημα είναι λογικά έγκυρο (δεν είναι δηλαδή λογική πλάνη). Με άλλα λόγια το συμπέρασμα προκύπτει πραγματικά από τις υποθέσεις του, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι αληθείς ή όχι. Περαιτέρω εγείρονται ερωτήσεις, όπως ακριβώς κάποιες από αυτές έχουν τεθεί κατά καιρούς σε συγκεκριμένες εργασίες στους φοιτητές μου. Για παράδειγμα:

(α) Αποδεικνύει το παραπάνω επιχείρημα, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει θεός;

(β) Αποδεικνύει το παραπάνω επιχείρημα, ότι, αν υπάρχει θεός, τότε αυτός έχει την οποιαδήποτε σχέση με τις ηθικές μας επιλογές;

(γ) Λαμβάνοντας υπ’ όψη τη χριστιανική αντίληψη, που θεωρεί ότι «πηγή του καλού» είναι ο θεός ή ότι η πίστη στο (χριστιανικό) θεό κάνει «καλύτερους» ανθρώπους, ποιες οι συνέπειες του παραπάνω επιχειρήματος στη χριστιανική ιδεολογία;

(δ) Σχολιάστε την εγκυρότητα των παρακάτω συνεπαγωγών:

(1) Άνθρωπος Χ πιστεύει στο θεό → Άνθρωπος Χ είναι ευσεβής.

(2) Άνθρωπος Χ είναι ευσεβής → Άνθρωπος Χ πιστεύει στο θεό.

(ε) Σχολιάστε την παρακάτω φράση από τον Ντοστογιέφσκι: «Χωρίς θεό, όλα επιτρέπονται» (7).

Χωρίς να μπούμε σε εκτενή ανάλυση, να απαντήσουμε περιληπτικά ως εξής: Στο (α), το επιχείρημα ούτε αποδεικνύει την ύπαρξη, ούτε τη μη ύπαρξη (κάποιου) θεού (γενικώς). Στην περίπτωση του χριστιανικού θεού όμως, το επιχείρημα θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα κατά της ύπαρξής του ως εξής:

1. Αν υπάρχει (ο χριστιανικός) θεός, τότε η «θεωρία της θείας επιταγής» είναι ορθή.

2. Η «θεωρία της θείας επιταγής» είναι λανθασμένη (Ευθύφρων).

Συνεπώς: Δεν υπάρχει (ο χριστιανικός) θεός.

Δεξιά: Ο Ωριγένης, ο αυτοευνουχισμένος χριστιανός θεωρητικός των πρώτων χριστιανικών αιώνων, που υποστήριζε ότι, ενώ ο Πλάτων είναι μόνο για τους μορφωμένους, ο χριστιανισμός είναι ο… πλατωνισμός των πολλών. Σύμφωνα όμως με τις προδιαγραφές της πλατωνικής θεολογίας, ο χριστιανικός θεός δεν είναι δυνατόν να υπάρχει. Ωστόσο, η θεμελιώδης αυτή αντίθεση πλατωνισμού – χριστιανισμού δεν αναδείχθηκε από τους τελευταίους (νεο)πλατωνικούς της πρώιμης χριστιανικής εποχής (οι οποίοι στο τέλος κατέληξαν να μην διακρίνονται σαφώς από τους χριστιανούς), με αποτέλεσμα ο χριστιανισμός να επαίρεται ως ότι έχει δήθεν ισχυρές πλατωνικές ρίζες, ή ακόμα και ότι αποτελεί «συνέχεια» και «συμπλήρωμα» της πλατωνικής σκέψης.

Ο εικονιζόμενος αριστερά νεοπλατωνικός Πλωτίνος για παράδειγμα (γ΄ αι. μ.Χ.) στην προσωπική του ζωή ασκήτευε και δίδασκε ότι ο άνθρωπος προσωρινά μένει στον επίγειο κόσμο, ο προορισμός του είναι να φύγει και να συναντηθεί με το θεό, κάτι το οποίο μπορεί να επιτύχει μόνο με καθαρμούς, με ασκητικό βίο και με το βυθισμό του σε έκσταση. Επιπλέον αρνιόταν να γιορτάσει τα γενέθλιά του, διότι πίστευε ότι η ημέρα των γενεθλίων πρέπει να είναι ημέρα πένθους. Το ίδιο ακολούθησε κι ο χριστιανισμός αργότερα, που γιορτάζει την ημέρα θανάτου ―κι όχι γέννησης― του κάθε αγίου.

Η ισχύς του παραπάνω επιχειρήματος έγκειται στο εξής: Ο χριστιανός αναγκαστικά εδώ πρέπει να αποδεχθεί την υπόθεση 1, ότι δηλαδή αν υπάρχει θεός, τότε αυτός είναι και ο ορίζων τού τι είναι ηθικά ορθό ή όχι. Αλλιώς, αν δεχθεί ότι ο θεός δεν έχει σχέση με την ηθική, τότε ποιος ο λόγος να είναι κανείς χριστιανός κ.λπ., και τι νόημα έχει μια οποιαδήποτε «κρίση» του θεού επί των ανθρώπων (και των επιλογών τους); (8)

Στη 2 όμως, ο χριστιανός έρχεται αντιμέτωπος με το ισχυρό (και λογικά ορθό) συμπέρασμα του Σωκράτη στον Ευθύφρονα. Η 1 μαζί με τη 2 συνεπάγονται το συμπέρασμα (ότι δεν υπάρχει θεός), που για να το αποφύγει ο χριστιανός πρέπει είτε:

  • Να εξηγήσει την 1 και να την υποστηρίξει ορθολογικά (ιδίως το πώς γίνεται να υπάρχουν άθεοι που είναι ηθικά ορθοί), είτε
  • να αποφύγει (πώς;) το επιχείρημα στη 2, ένα επιχείρημα που στέκει εδώ και 2.500 χρόνια.

Στο (β) και (γ) το επιχείρημα δείχνει ότι ακόμα και αν υπάρχει θεός, τότε αυτός ουδεμία σχέση έχει με το τι είναι ηθικά ορθό ή όχι, που και σε αυτή την περίπτωση, ο χριστιανισμός πάλι καταρρέει ως ηθική ιδεολογία.

Στο (δ), οι συνεπαγωγές είναι προφανώς και οι δύο λανθασμένες, αφού υπάρχουν αντι-παραδείγματα και για τις δύο. Π.χ., υπάρχουν θεϊστές που δεν είναι ευσεβείς, και άθεοι που είναι ευσεβείς άνθρωποι. Τέλος, η φράση από τον Ντοστογιέφσκι είναι προφανώς λανθασμένη (9), όσο και αν φωνάζουν οι χριστιανοί (πάντα άνευ επιχειρημάτων και «κόντρα» σε κάθε εμπειρία) περί του αντιθέτου.

Ο Καρνεάδης (214-129 π.Χ.) πολέμησε τη στωική φιλοσοφία σε όλες τις βασικές της αρχές και κυρίως πάνω στο ζήτημα της θρησκείας. Οι στωικοί από το Χρύσιππο και πέρα δίδασκαν ότι μια από τις πρώτες αρχές του κόσμου είναι η θεότητα. Ο Καρνεάδης αντέτεινε στο consensus gentium πως ούτε είναι αποδεδειγμένο, ούτε πραγματικά υπάρχει, μα κι αν ο κόσμος πιστεύει στην ύπαρξη θεών, πάλι δεν μπορούμε να στηριχθούμε στις δοξασίες του όχλου κι απ’ αυτές να βγάλουμε συμπεράσματα πως υπάρχουν θεοί. Υποστήριζε ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε από φυσικές δυνάμεις, χωρίς την επέμβαση κανενός θεού. Ποιος μπορεί να καυχηθεί, έλεγε, πως ξέρει τόσο καλά τι υπάρχει μέσα στη φύση και ποια είναι η ουσία της, ώστε να μπορεί να αποδείξει πως δεν θα υπήρχε κόσμος, αν δεν τον έφτιαχνε ο θεός; Ο Καρνεάδης ήταν μια αναλαμπή στα φιλοσοφικά σκοτάδια της έσχατης παρακμής, τότε που η Φιλοσοφία, η πάλαι ποτέ Επιστήμη των Επιστημών, είχε καταντήσει φλύαρη μεταφυσική ανοίγοντας διάπλατα το δρόμο στον επερχόμενο χριστιανισμό. (Βλ. «Όταν η Φιλοσοφία αποκόπηκε από τα Μαθηματικά».)

Εν κατακλείδι

Ο Πλάτωνας δεν ήταν άθεος, και οι απόψεις του περί αθεΐας (10) στους Νόμους (ο τελευταίος διάλογός του) είναι απαράδεκτες. Όμως ο Πλάτωνας, στους πρώιμους διαλόγους του, έχει διαφορετικές απόψεις σε πολλά θέματα. Συγκεκριμένα, ο Πλάτωνας στον Ευθύφρονα δίνει ένα σημαντικό επιχείρημα περί διαχωρισμού θεού και ηθικής, οι συνέπειες του οποίου είναι ευνοϊκές για την αθεΐα και καταστροφικές για τη χριστιανική ιδεολογία. Παρόμοιο παράδειγμα βλέπουμε από τον Ι. Κάντ (11) (ιθ΄ αι.), ο οποίος αποδόμησε πλήρως το περίφημο Οντολογικό Επιχείρημα υπέρ της ύπαρξης θεού (του Ανσελμίου), αν και ο ίδιος δεν ήταν άθεος.

Σημαντικά επιχειρήματα από άθεους (στην Αρχαιότητα) κατά της ύπαρξης θεού, έχουμε επίσης γύρω στο 150 π.Χ. κυρίως από τον Καρνεάδη τον Κυρηναίο, που, όπως φαίνεται, επηρέασε φιλοσόφους ακόμα και σήμερα (12). Ίσως κάποια από αυτά τα τελευταία να τα αναλύσουμε σε ένα μελλοντικό άρθρο. Προς το παρόν, το επιχείρημα του Πλάτωνα είναι αρκετό για πρόκληση σοβαρών πονοκεφάλων στους χριστιανούς.

Σημειώσεις:

(1) Γνωστό πλέον στη φιλοσοφική βιβλιογραφία ως το «Το Δίλημμα του Ευθύφρονος» (Euthyphro’s Dilemma).

(2) Καθώς και κάθε άλλης θρησκείας, που απαιτεί θεό, που είναι «πανάγαθος» ή που θεωρεί, ότι θεός και ηθική είναι «ένα και το αυτό».

(3) «Αθεΐα: Η μεγαλύτερη και πιο αποσιωπημένη κατάκτηση του Ελληνικού Πνεύματος» και «Ελληνικό Πάνθεο: Σκεπτομορφές μιας θνητής θρησκείας ή αρχέτυπα μιάς υπερχρονικής συνείδησης;».

(4) Εισηγείται ποινή φυλάκισης όχι λιγότερο από πέντε χρόνια εις βάρος αθέων, και πρόγραμμα συνετισμού των και νουθεσίας, Για όσους τυχόν δεν έχουν συνετισθεί, ο Πλάτωνας εισηγείται ποινή θανάτου. [Βλ. «Νόμοι», 908e – 909b, Πλάτων, ed. Daniel C. Stevenson, 1994-2009, μεταφρ.B. Jowett, Internet Classics Archive].

(5) Για παράδειγμα, ένας από τους μεγαλύτερους μελετητές του Πλάτωνα, ο καθηγητής Γρ. Βλαστός, θεωρεί ότι στην ουσία μιλάμε για δύο διαφορετικούς Σωκράτες (τους συμβολίζει SE και SM) στους διαλόγους της πρώιμης και μέσης (και ύστερης) εποχής. (Βλ. Socrates: Ironist and Moral Philosopher, Gr. Vlastos, Camridge Univ. Press, 1991, p.45-50.)

(6) Ευθύφρων, 10d-10e, Πλάτων, ed. John Burnet, 1903, (μεταφρ. Α. Μωραϊτίδης, 2003), Μικρός Απόπλους.

(7) Αδερφοί Καραμαζόφ, Φ. Ντοστογιέφσκι, (μεταφρ. Α. Αλεξανδρου, 1991), Εκδ. Γκοβόστης.

(8) Υποστηρίζουν δηλαδή, ότι βελτιώνεται (κερδίζει, κ.λπ.) κάποιος ηθικά, όταν κάποιος είναι (γίνεται) χριστιανός, δηλαδή «ενώνεται» με το χριστιανικό θεό κ.λπ..

(9) Βλ. «Χωρίς Θεό: Η θρησκευτική πίστη δεν αποτελεί προϋπόθεση για την υγιή ευημερία των κοινωνιών«.

(10) Αθεΐα: Μια από τις μεγαλύτερες προσφορές του Ελληνικού Πνεύματος στην Ανθρωπότητα, όπως ορθά έχει λεχθεί από τον Θ. Α. Λαμπρόπουλο (βλ. πρώτο άρθρο, σημ. 3).

(11) Critique of Pure Reason, I. Kant, 1781, (trsl. by N.K. Smith, 1929, Ch.III, S.4, p.505, London: Macmillan). (Ο Καντ έδωσε και ένα επιχείρημα υπέρ της ύπαρξης θεού, που όμως, δεν ήταν επιτυχές). Στο Οντολογικό Επιχείρημα είχε κάνει κριτική και ο Θ. Ακινάτης, ο οποίος όμως, έδωσε, αλλά ανεπιτυχή, επιχειρήματα υπέρ της ύπαρξης θεού. (T. Aquinas, Summa Theologica, Part 1, Q.2, Art.1, 1265-1274, trsl. by Fathers of the English Dominican Province, Benziger Bros. edition, 1947).

(12) Ενισχυμένες εκδοχές κάποιων από τα Καρνεάδεια επιχειρήματα (οντολογικού τύπου) έχουν δημοσιευθεί για παράδειγμα από τον D. Walton, στο άρθρο του “Can an Ancient Argument of Carneades […] Disprove the Existence of God?”, σε σημαντικά φιλοσοφικά περιοδικά. [Philo, No.2, 1999 (in The Impossibility of God, M. Martin and R. Monnier, 2003, p.38)].

Δρ. Μιχάλης Αριστείδου

Επίκουρος Καθηγητής

DigiPen Institute of Technology, Seattle, WA

10 Ιουνίου 2009